Πνευμονική υπέρταση: συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία

καρδιολογος

Τι είναι η πνευμονική υπέρταση και πώς διαφέρει από την ΠΑΥ;

Η πνευμονική υπέρταση είναι η αυξημένη πίεση στην κυκλοφορία του αίματος από την καρδιά προς τους πνεύμονες. Επιβαρύνει τη δεξιά κοιλία, η οποία χρειάζεται να εργαστεί περισσότερο για να προωθήσει το αίμα στους πνεύμονες.

Δεν είναι το ίδιο με τη συνηθισμένη αρτηριακή υπέρταση, την οποία μετράμε με το πιεσόμετρο στο χέρι. Μια φυσιολογική μέτρηση στο χέρι δεν αποκλείει την πνευμονική υπέρταση.

Τι είναι η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση;

Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ) είναι μια συγκεκριμένη, σπάνια μορφή πνευμονικής υπέρτασης, στην οποία προσβάλλονται κυρίως οι μικρές αρτηρίες των πνευμόνων. Αποτελεί την ομάδα 1 της κλινικής ταξινόμησης.

Μπορεί να είναι ιδιοπαθής, δηλαδή χωρίς αναγνωρίσιμη αιτία, ή κληρονομική. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με νοσήματα όπως η συστηματική σκλήρυνση, ορισμένες συγγενείς καρδιοπάθειες, η πυλαία υπέρταση και η λοίμωξη HIV, καθώς και με συγκεκριμένα φάρμακα ή τοξικές ουσίες.

Άλλες μορφές πνευμονικής υπέρτασης οφείλονται σε παθήσεις της αριστερής καρδιάς, πνευμονοπάθειες ή έλλειψη οξυγόνου, χρόνια απόφραξη των πνευμονικών αρτηριών από θρόμβους και άλλους σύνθετους μηχανισμούς. Η διάκριση έχει σημασία, επειδή η θεραπεία διαφέρει ανάλογα με την αιτία.

Ποια είναι τα σημερινά διαγνωστικά όρια;

Η πνευμονική υπέρταση ορίζεται ως μέση πίεση στην πνευμονική αρτηρία πάνω από 20 mmHg σε ηρεμία, με μέτρηση κατά τον δεξιό καρδιακό καθετηριασμό.

Για τη διάγνωση της ΠΑΥ απαιτούνται επιπλέον:

  • Πίεση ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας (PAWP) έως 15 mmHg.
  • Πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις (PVR) πάνω από 2 μονάδες Wood.
  • Διερεύνηση ώστε να αποκλειστούν άλλες αιτίες που μπορούν να δώσουν παρόμοια ευρήματα, όπως σημαντική πνευμονοπάθεια ή χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αρκούν από μόνοι τους για να χαρακτηριστεί κάποιος ότι έχει ΠΑΥ. Το υπερηχογράφημα καρδιάς εκτιμά την πιθανότητα πνευμονικής υπέρτασης, ενώ η επιβεβαίωση και η σωστή ταξινόμηση βασίζονται σε ολοκληρωμένη διερεύνηση και, όταν ενδείκνυται, σε δεξιό καρδιακό καθετηριασμό σε εξειδικευμένο κέντρο.

καρδιολογος

Ποια είναι τα συμπτώματα της πνευμονικής υπέρτασης;

Το συχνότερο σύμπτωμα είναι η δύσπνοια στην προσπάθεια, για παράδειγμα στο περπάτημα ή στο ανέβασμα σκάλας. Στην αρχή μπορεί να είναι ήπια και να αποδίδεται σε κούραση ή μειωμένη φυσική κατάσταση.

Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι:

  • Εύκολη κόπωση και μειωμένη αντοχή στις καθημερινές δραστηριότητες.
  • Ζάλη, τάση λιποθυμίας ή λιποθυμία, ιδιαίτερα στην προσπάθεια.
  • Πόνος ή πίεση στο στήθος.
  • Αίσθημα έντονων ή γρήγορων παλμών.
  • Πρήξιμο στους αστραγάλους ή στα πόδια και, σε πιο προχωρημένα στάδια, στην κοιλιά.

Τα συμπτώματα δεν είναι ειδικά για την πνευμονική υπέρταση. Μπορούν να εμφανιστούν σε πολλές καρδιολογικές ή πνευμονολογικές παθήσεις. Η ανεξήγητη δύσπνοια που επιμένει ή επιδεινώνεται χρειάζεται διερεύνηση.

Πότε χρειάζεται άμεση ιατρική βοήθεια;

Καλέστε 166 ή 112 αν εμφανιστεί ξαφνική ή έντονη δύσπνοια σε ηρεμία, επίμονος πόνος στο στήθος, απώλεια συνείδησης ή μελάνιασμα των χειλιών με δυσκολία στην αναπνοή. Μην οδηγήσετε μόνοι σας.

Λιποθυμία στην προσπάθεια, ακόμη και αν ακολουθήσει ανάνηψη, γρήγορη επιδείνωση της αναπνοής ή μεγάλη μείωση της αντοχής χρειάζονται επείγουσα ιατρική αξιολόγηση. Αν έχετε ήδη διαγνωσμένη πνευμονική υπέρταση, ενημερώστε άμεσα την ομάδα που σας παρακολουθεί.

Πώς βοηθά το Triplex καρδιάς στη διάγνωση;

Το Triplex καρδιάς είναι βασική εξέταση για την εκτίμηση της πιθανότητας πνευμονικής υπέρτασης. Αξιολογεί το μέγεθος και τη λειτουργία της δεξιάς κοιλίας, τις βαλβίδες και ενδείξεις αυξημένης πίεσης στην πνευμονική κυκλοφορία. Παράλληλα, αναζητά παθήσεις της αριστερής καρδιάς που μπορεί να ευθύνονται για την αύξηση της πίεσης.

Μια αυξημένη εκτίμηση πίεσης στο Triplex δεν αρκεί από μόνη της για διάγνωση ΠΑΥ. Τα ευρήματα συνεκτιμώνται με το ιστορικό, τα συμπτώματα και τις υπόλοιπες εξετάσεις. Όταν υπάρχει σχετική ένδειξη, ακολουθεί παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο για επιβεβαίωση με δεξιό καρδιακό καθετηριασμό.

Σπιρομέτρηση, διαχυτική ικανότητα και αέρια αίματος

Ο λειτουργικός έλεγχος της αναπνοής βοηθά να διαπιστωθεί αν υπάρχει πνευμονοπάθεια που προκαλεί ή συνοδεύει την πνευμονική υπέρταση. Περιλαμβάνει σπιρομέτρηση, μέτρηση των πνευμονικών όγκων και έλεγχο της διαχυτικής ικανότητας (DLCO), δηλαδή της μεταφοράς αερίων από τους πνεύμονες στο αίμα.

Στην πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, η σπιρομέτρηση μπορεί να είναι φυσιολογική ή να παρουσιάζει ήπιες διαταραχές. Η DLCO μπορεί να είναι μειωμένη, αλλά το εύρημα αυτό δεν αρκεί για διάγνωση.

Τα αέρια αίματος μετρούν το οξυγόνο και το διοξείδιο του άνθρακα και βοηθούν στην αξιολόγηση της αναπνευστικής λειτουργίας και της πιθανής ανάγκης για οξυγονοθεραπεία. Φυσιολογική σπιρομέτρηση ή φυσιολογικός κορεσμός στο οξύμετρο δεν αποκλείουν την πνευμονική υπέρταση.

Διαβάστε επίσης:
Η στεφανιαία νόσος – γεννιέται ή δημιουργείται;

καρδιακη ανεπαρκεια

Γιατί γίνεται σπινθηρογράφημα αερισμού–αιμάτωσης;

Το σπινθηρογράφημα αερισμού–αιμάτωσης των πνευμόνων συγκρίνει πώς κατανέμονται ο αέρας και το αίμα στους πνεύμονες. Αποτελεί βασική εξέταση στη διερεύνηση ύποπτης ή νεοδιαγνωσμένης πνευμονικής υπέρτασης, για την αναζήτηση χρόνιας θρομβοεμβολικής νόσου.

Η χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση (CTEPH) σχετίζεται με επίμονη απόφραξη των πνευμονικών αρτηριών από οργανωμένους θρόμβους. Είναι διαφορετική κατηγορία από την ΠΑΥ και μπορεί να υπάρχει ακόμη και χωρίς γνωστό ιστορικό πνευμονικής εμβολής.

Εάν προκύψουν ύποπτα ευρήματα, χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος σε εξειδικευμένο κέντρο. Η εξέταση αυτή αφορά τους πνεύμονες και δεν είναι το ίδιο με το σπινθηρογράφημα αιμάτωσης του μυοκαρδίου.

Πότε χρειάζεται δεξιός καρδιακός καθετηριασμός;

Ο δεξιός καρδιακός καθετηριασμός είναι η εξέταση αναφοράς για την επιβεβαίωση και την ταξινόμηση της πνευμονικής υπέρτασης. Γίνεται σε εξειδικευμένο κέντρο, όταν τα ευρήματα της διερεύνησης δείχνουν ότι χρειάζεται, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία πνευμονικής αρτηριακής ή χρόνιας θρομβοεμβολικής πνευμονικής υπέρτασης.

Με έναν λεπτό καθετήρα που εισάγεται από φλέβα, μετρώνται οι πιέσεις στη δεξιά καρδιά και στην πνευμονική αρτηρία, η πίεση ενσφήνωσης και η καρδιακή παροχή. Από αυτές τις μετρήσεις υπολογίζονται οι πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις.

Τα αποτελέσματα βοηθούν να διακριθεί η ΠΑΥ από την πνευμονική υπέρταση λόγω παθήσεων της αριστερής καρδιάς και να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία. Δεν χρειάζονται όλοι οι ασθενείς με μια αυξημένη εκτίμηση πίεσης στο Triplex καθετηριασμό.

Η εξέταση είναι επεμβατική και έχει πιθανούς κινδύνους, αλλά οι σοβαρές επιπλοκές είναι ασυνήθιστες όταν πραγματοποιείται σε έμπειρο κέντρο. Η ανάγκη και οι κίνδυνοι αξιολογούνται εξατομικευμένα.

Τι είναι η δοκιμασία αγγειοδραστικότητας;

Σε επιλεγμένους ασθενείς με ιδιοπαθή, κληρονομική ή σχετιζόμενη με φάρμακα ΠΑΥ, μπορεί να γίνει ειδική δοκιμασία κατά τον καθετηριασμό. Ελέγχει την ανταπόκριση των πνευμονικών αγγείων σε αγγειοδιασταλτικό φάρμακο.

Σκοπός είναι να εντοπιστεί η μικρή ομάδα ασθενών που μπορεί να ωφεληθεί από θεραπεία με ανταγωνιστές ασβεστίου υπό στενή παρακολούθηση. Η θεραπεία αυτή δεν είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς με πνευμονική υπέρταση.

Πώς αντιμετωπίζεται η πνευμονική υπέρταση;

Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία, τη βαρύτητα της νόσου και τη λειτουργία της δεξιάς καρδιάς. Δεν αντιμετωπίζονται όλες οι μορφές πνευμονικής υπέρτασης με τα ίδια φάρμακα.

Στην πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, η θεραπεία οργανώνεται από εξειδικευμένο κέντρο σε συνεργασία με τον καρδιολόγο και τους υπόλοιπους θεράποντες. Όταν η αύξηση της πίεσης οφείλεται σε πάθηση της αριστερής καρδιάς ή των πνευμόνων, προτεραιότητα έχει η αντιμετώπιση του υποκείμενου νοσήματος.

Ποια γενικά μέτρα βοηθούν στην καθημερινότητα;

  • Προσαρμοσμένη σωματική δραστηριότητα: σε σταθερούς ασθενείς που λαμβάνουν κατάλληλη θεραπεία, η επιβλεπόμενη άσκηση ή αποκατάσταση μπορεί να βελτιώσει την αντοχή. Η ένταση καθορίζεται από την ομάδα παρακολούθησης. Αποφεύγεται η προσπάθεια που προκαλεί έντονη δύσπνοια, ζάλη ή πόνο στο στήθος.
  • Εμβολιασμοί: συστήνεται έλεγχος της εμβολιαστικής κάλυψης, ιδίως για γρίπη, πνευμονιόκοκκο και COVID-19, σύμφωνα με τις ισχύουσες συστάσεις.
  • Ταξίδια και πτήσεις: χρειάζεται έγκαιρη συζήτηση με τον γιατρό για την καταλληλότητα του ταξιδιού και την πιθανή ανάγκη οξυγόνου. Το οξυγόνο δεν χορηγείται αυτόματα σε όλους.
  • Ψυχολογική και πρακτική υποστήριξη: η ενημέρωση του ασθενούς και της οικογένειας βοηθά στην προσαρμογή στην καθημερινότητα και στη συνεπή παρακολούθηση.

Τι ισχύει για την εγκυμοσύνη στην ΠΑΥ;

Η εγκυμοσύνη στην πνευμονική αρτηριακή υπέρταση συνδέεται με πολύ υψηλό κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών για τη μητέρα και το έμβρυο, ακόμη και μετά τον τοκετό.

Χρειάζεται εξειδικευμένη συμβουλευτική για αποτελεσματική αντισύλληψη και πριν από οποιονδήποτε σχεδιασμό εγκυμοσύνης, με εξατομικευμένη ενημέρωση και κοινή λήψη αποφάσεων. Αν προκύψει εγκυμοσύνη, επικοινωνήστε άμεσα με το κέντρο πνευμονικής υπέρτασης, ώστε να οργανωθεί η φροντίδα από εξειδικευμένη διεπιστημονική ομάδα. Ορισμένα φάρμακα της ΠΑΥ είναι ακατάλληλα στην εγκυμοσύνη· η αγωγή πρέπει να επανεκτιμηθεί άμεσα από τους θεράποντες.

Πότε χρειάζεται υποστηρικτική αγωγή;

Η υποστηρικτική θεραπεία προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ασθενούς και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Διουρητικά, όταν υπάρχει κατακράτηση υγρών και πρήξιμο, με παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και των ηλεκτρολυτών.
  • Οξυγονοθεραπεία, όταν τεκμηριώνεται χαμηλό οξυγόνο στο αίμα και υπάρχει σχετική ένδειξη.
  • Αντιμετώπιση σιδηροπενίας ή αναιμίας, μετά από κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο.

Τα αντιπηκτικά δεν χορηγούνται αυτόματα σε όλους τους ασθενείς με ΠΑΥ. Η απόφαση εξαρτάται από την ένδειξη και τον κίνδυνο αιμορραγίας. Αντίθετα, στη χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση η μακροχρόνια αντιπηκτική αγωγή αποτελεί βασικό μέρος της θεραπείας.

Ποια ειδικά φάρμακα χρησιμοποιούνται στην ΠΑΥ;

Τα ειδικά φάρμακα επιλέγονται από το εξειδικευμένο κέντρο, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου, τα συνοδά προβλήματα και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Οι βασικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:

  • Ανταγωνιστές των υποδοχέων της ενδοθηλίνης.
  • Αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 ή, σε κατάλληλες περιπτώσεις, διεγέρτη της διαλυτής γουανυλικής κυκλάσης.
  • Ανάλογα προστακυκλίνης και αγωνιστές των υποδοχέων της προστακυκλίνης.

Συχνά χρησιμοποιείται συνδυασμός φαρμάκων που δρουν με διαφορετικούς μηχανισμούς. Σε ασθενείς υψηλού κινδύνου μπορεί να απαιτείται αγωγή με συνεχή ενδοφλέβια ή υποδόρια χορήγηση προστακυκλίνης. Δεν είναι όλοι οι συνδυασμοί ασφαλείς· για παράδειγμα, η riociguat δεν συνδυάζεται με sildenafil ή tadalafil.

Η sotatercept αποτελεί νεότερη θεραπευτική επιλογή για επιλεγμένους ενήλικες με ΠΑΥ, επιπλέον της υπόλοιπης αγωγής. Χρειάζεται ειδική παρακολούθηση, ιδιαίτερα της αιμοσφαιρίνης, των αιμοπεταλίων και πιθανών αιμορραγιών.

Τα φάρμακα της ΠΑΥ δεν χρησιμοποιούνται αδιακρίτως για πνευμονική υπέρταση από παθήσεις της αριστερής καρδιάς ή των πνευμόνων. Η έναρξη, η αλλαγή και η διακοπή τους γίνονται αποκλειστικά σε συνεννόηση με την εξειδικευμένη ομάδα.

Υπάρχουν επεμβατικές θεραπείες;

Στη χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση, η εξειδικευμένη ομάδα εξετάζει αν μπορεί να γίνει πνευμονική ενδαρτηρεκτομή, δηλαδή χειρουργική αφαίρεση του οργανωμένου θρομβωτικού υλικού. Σε κατάλληλες περιπτώσεις μπορεί να αποκαταστήσει σημαντικά την πνευμονική κυκλοφορία.

Για ασθενείς που δεν μπορούν να χειρουργηθούν ή έχουν υπολειπόμενη πνευμονική υπέρταση, μπορεί να χρησιμοποιηθούν αγγειοπλαστική των πνευμονικών αρτηριών με μπαλόνι και ειδική φαρμακευτική αγωγή.

Στην ΠΑΥ που παραμένει υψηλού κινδύνου παρά τη βέλτιστη θεραπεία, εξετάζεται έγκαιρα η παραπομπή για αξιολόγηση μεταμόσχευσης πνευμόνων.

Ποια είναι η πρόγνωση της πνευμονικής υπέρτασης;

Δεν υπάρχει ένα ενιαίο προσδόκιμο ζωής για όλους τους ασθενείς. Η εξέλιξη εξαρτάται από την αιτία, τη λειτουργία της δεξιάς καρδιάς, τη βαρύτητα κατά τη διάγνωση και την ανταπόκριση στη θεραπεία.

Η ΠΑΥ παραμένει σοβαρή χρόνια νόσος, αλλά οι σύγχρονες θεραπείες μπορούν να βελτιώσουν τα συμπτώματα και την πορεία της. Παλαιά στατιστικά επιβίωσης δεν προβλέπουν με ακρίβεια την εξέλιξη ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.

Τι περιλαμβάνει η παρακολούθηση της ΠΑΥ;

Η τακτική επανεκτίμηση περιλαμβάνει τα συμπτώματα, τη λειτουργική ικανότητα, τη δοκιμασία βάδισης έξι λεπτών, δείκτες όπως το BNP ή το NT-proBNP και την απεικόνιση της καρδιάς. Πρόσθετες εξετάσεις επιλέγονται ανάλογα με την περίπτωση.

Στόχος είναι να αξιολογείται αν επιτυγχάνεται και διατηρείται χαμηλός κίνδυνος και αν χρειάζεται αλλαγή της θεραπείας. Αν εμφανιστεί επιδείνωση, η αξιολόγηση γίνεται νωρίτερα από το προγραμματισμένο ραντεβού.

καρδιολόγος αθήνα

 

Καρδιολογική αξιολόγηση στην Αθήνα

Η ανεξήγητη δύσπνοια, η μειωμένη αντοχή ή ευρήματα ύποπτα για πνευμονική υπέρταση στο υπερηχογράφημα χρειάζονται οργανωμένη διερεύνηση.

Στο καρδιολογικό ιατρείο της Dr. Ilham Kaffa στα Εξάρχεια πραγματοποιείται κλινική και υπερηχοκαρδιογραφική αξιολόγηση και, όταν υπάρχει ένδειξη, οργανώνεται παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο πνευμονικής υπέρτασης.

Dr. Ilham Kaffa — Καρδιολόγος
Τζωρτζ 20–22, Αθήνα 10682
Εξάρχεια – Πλατεία Κάνιγγος
Τηλέφωνο: 210 921 0423

Πηγές

Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2026.

 

Η Καρδιακή Ανεπάρκεια και ο Σακχαρώδης διαβήτης

Η Καρδιακή Ανεπάρκεια (ΚΑ) και ο Σακχαρωδης διαβήτης (ΣΔ)

Επιδημιολογία

  • Οι ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια χαρακτηρίζονται από διάφορες συνοσηρότητες, όπως σακχαρώδη διαβήτη,ΧΝΑ, ΧΑΠ, αναιμία κ.α.
  • Το 70%τωνασθενώνσεδιάφορεςκαταγραφέςπάσχειαπόμιατουλάχιστονσυνοσηρότητα.
  • Ειδικότερα,ο ΣΔ συνυπάρχει στο 40% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια και ελαττωμένο κλάσμα εξωθήσεως.

Καρδιακή Ανεπάρκεια

Το μυοκάρδιο υπό φυσιολογικές συνθήκες προτιμά την καύση των ελευθέρων λιπαρών οξέων, διότι παρότι ενεργοβόρος αποδίδει περισσότερη ενέργεια ΑΤΡ.

Κάτω όμως από συνθήκες ισχαιμίας ή μεταβολών της φόρτισης καταφεύγει σε καύση γλυκόζης, η οποία αποδίδει λιγότερο ΑΤΡ, αλλά απαιτεί λιγότερο οξυγόνο.

Ο ΣΔ χαρακτηρίζεται από ινσουλινο-αντοχή και ανεπάρκεια του β-κυττάρου του παγκρέατος. Ως εκ τούτου έχουμε μειονεκτική μεταφορά και μειωμένη πρόσληψη γλυκόζης από τους ιστούς (μυς,λίπος,ήπαρ,καρδιά). Παράλληλα υπάρχει αυξημένη έκκριση γλυκαγόνου (νεογλυκογένεση) και ελαττωμένη έκκριση ινκρετινών.

Καρδιολογικός Έλεγχος στην Αθήνα – Καρδιολογικό Check Up

Ο καρδιακός μυς κατακλύζεται από ελεύθερα λιπαρά οξέα, η περίσσεια των οποίων γίνεται τριγλυκερίδια και λιποτοξικά ενδιάμεσα, το δε επικαρδιακό λίπος δρα σαν παρακρινικό και προφλεγμονώδες όργανο.

Προϊούσης δε της καρδιακής ανεπάρκειας η ενεργοποίηση του συμπαθητικού συστήματος επιδεινώνει περαιτέρω την πιο πάνω μεταβολική διαταραχή.

Τέλος, το αυξημένο οξειδωτικό στρες απορρυθμίζει τη λειτουργία των μιτοχονδρίων και υποβαθμίζει ενεργειακά το μυοκάρδιο.

Καρδιακή Ανεπάρκεια – Λειτουργικές Διαταραχές

Η μικροκυκλοφορία υφίσταται αλλαγές λόγω πάχυνσης της βασικής μεμβράνης και δημιουργίας μικρο ανευρυσμάτων. Η δυσαυτονομία του ΣΔ, λόγω απονεύρωσης του παρασυμπαθητικού προδιαθέτει σε ηλεκτρική αστάθεια και αιφνίδιο θάνατο. Ο ασθενής με ΣΔ και ΚΑ έχει αυξημένη νοσηρότητα, λόγω ηλεκτρολυτικών διαταραχών, επιρρέπειας σε λοιμώξεις, ελαττωμένης απορρόφησης φαρμάκων και ισχαιμίας.

Καρδιακή Ανεπάρκεια – Συμπεράσματα

Ο ασθενής με Καρδιακή ανεπάρκεια και ΣΔ είναι ένας σύμπλοκος ασθενής και λόγω των μεταβολικών επιδράσεων του ΣΔ στο μυοκάρδιο.

Είναι ενθαρρυντικό ότι η κλασική θεραπεία της ΚΑ εάν τιτλοποιηθεί με προσοχή και στενή παρακολούθηση έχει τα ίδια ευεργετικά αποτελέσματα και στους διαβητικούς ασθενείς.

Τα αντιδιαβητικά φάρμακα ιδιαίτερα τα νεότερα υπόσχονται καλό έλεγχο με ασφάλεια και ουδέτερη έως ευεργετική επίδραση στην καρδιαγγειακή θνητότητα.

ΑΝΘΕΚΤΙΚΉ ΥΠΈΡΤΑΣΗ

Καρδιολογος αθηνα - ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

ΑΝΘΕΚΤΙΚΉ ΥΠΈΡΤΑΣΗ

Τι είναι η ανθεκτική αρτηριακή υπέρταση;

  • Ορίζεται η αποτυχία επίτευξης της επιθυμητής αρτηριακής πίεσης στόχου (<140/90 mmHg στην ανεπίπλεκτη υπέρταση) όταν η θεραπευτική στρατηγική που εφαρμόζεται περιλαμβάνει την ταυτόχρονη χορήγηση πλήρους δοσολογίας τριών διαφορετικών κατηγοριών φαρμάκων εκ των οποίων η μία είναι διουρητικά κι εφόσον υπάρχει αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης.
  • Στην ομάδα αυτή ανήκουν και οι ασθενείς που έχουν ρυθμίσει την πίεση τους με τέσσερα ή περισσότερα φάρμακα. -Δεν περιλαμβάνεται απαραίτητα χορήγηση ανταγωνιστή υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών.

Πόσο συχνή είναι η διάγνωση της ανθεκτικής αρτηριακής υπέρτασης;

  • Ο επιπολασμός της ανθεκτικής υπέρτασης είναι δύσκολο να καθοριστεί. Οι επιδημιολογικές καταγραφές διαφέρουν σε ποσοστά από τις τυχαιοποιημένες πολυκεντρικές.
  • Κλινικές μελέτες προτείνουν ότι η επίπτωσή της κυμαίνεται στο 5-30% στο συνολικό ποσοστό του υπερτασικού πληθυσμού.
  • Ποσοστά κάτω του 10% παριστούν πιθανόν τον πραγματικό επιπολασμό της ανθεκτικής υπέρτασης (4-6%).
  • Αναγνωρίζεται να συνδέεται συχνά με υποκλινική βλάβη των οργάνων-στόχος.
  • Σχετίζεται με υψηλό επιπρόσθετο καρδιαγγειακό κίνδυνο επειδή οι ασθενείς συχνά έχουν ιστορικό μακροχρόνιας σοβαρής υπέρτασης επιπλεγμένης με πολλαπλούς άλλους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου όπως η παχυσαρκία, η άπνοια ύπνου, ο σακχαρώδης διαβήτης και η χρόνια νεφρική νόσος.

Υπηρεσίες

ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ – Τα Αίτια

Πολυπαραγοντικά και εξαρτώμενα από τον εξεταζόμενο πληθυσμό.

Καρδιολογος αθηνα - ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ
Νευρικοί και ορμονικοί μηχανισμοί:

Εμπλέκονται στην ανάπτυξη, διατήρηση,και επιδείνωση των επιπέδων αρτηριακής πίεσης. Η υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος ,η διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης ,η αύξηση των κατεχολαμινών είναι παρόντα στην ανθεκτική υπέρταση.

Η Στεφανιαία Νόσος – Γεννιέται ή Δημιουργείται

Κατά την προσπάθεια αναγνώρισης των αιτίων ανθεκτικής υπέρτασης απαραίτητη είναι η διάκριση από περιπτώσεις ψευδούς υπέρτασης:

  • Μεμονωμένη υπέρταση ιατρείου (υπέρταση λευκής μπλούζας)- Συχνότερη αιτία ψευδούς υπέρτασης
  • Έως 30% σε περιπτώσεις ασθενών με υψηλές τιμές αρτηριακής πίεσης παρά τη χορήγηση τριών αντιυπερτασικών παραγόντων/2025% των ασθενών αυτών ίσως αναπτύξουν αληθή ανθεκτική υπέρταση σε 3-6μηνο follow-up).
  • Η μη χρησιμοποίηση μεγάλων περιβραχιονίων σε μεγάλους βραχίονες, γεγονός το οποίο οδηγεί σε υπερεκτίμηση των τιμών της αρτηριακής πίεσης -λανθασμένη μέθοδος προσδιορισμού της αρτηριακής πίεσης
  • Ψευδοϋπέρταση σε ηλικιωμένους ασθενείς-μεγάλος βαθμός σκλήρυνσης των μεγάλων αγγείων καθιστά δυσχερή τη συμπίεση του αγγειακού τοιχώματος από ένα εξωτερικό περιβραχιόνιο και οδηγεί σε μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης ψευδώς μεγαλύτερες των αληθών ενδο-αρτηριακών.
  • Μειωμένη συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή- μη τακτική ή περιστασιακή λήψη φαρμάκων (μπορεί να φτάσει το 50-60%).

Υγιεινό-διαιτητικές παρεκτροπές:

(παχυσαρκία και αντίσταση στην ινσουλίνη,λήψη αλκοόλ>30ml ημερησίως,διατροφή πλούσια σε αλάτι).

Η υψηλή πρόσληψη άλατος μέσω της διατροφής είναι συνήθης στους ασθενείς με ανθεκτική υπέρταση και περισσότερο έντονη στους αλατο-ευαίσθητους ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των Αφροαμερικανών και ιδιαίτερα των ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο.

Υπερφόρτιση όγκου (μπορεί να οφείλεται σε εξελισσόμενη νεφρική ανεπάρκεια, υπερβολική κατανάλωση αλατιού, υπεραλδοστερονισμό και συχνότερα ανεπαρκή διουρητική αγωγή).

Άπνοια ύπνου:

Μακροχρόνιες αγγειοσυσπαστικές επιδράσεις της νυχτερινής υποξίας και της διέγερσης χημειοϋποδοχέων, όπως επίσης και της στέρησης ύπνου-νορμοτασικοί ασθενείς με αποφρακτική υπνική άπνοια παρουσιάζουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης υπέρτασης σε 12ετές follow-up

Λοιπά αδιάγνωστα αίτια δευτεροπαθούς υπέρτασης πλην της υπνικής άπνοιας:

• Νεφρική βλάβη με υπερφόρτιση όγκου, η στένωση νεφρικών αρτηριών,το φαιοχρωμοκύττωμα, ο υπεραλδοστερονισμός και το σύνδρομο Cushing

• 5-10% των ασθενών με υπέρταση/Συχνότερα σε ασθενείς με ανθεκτική υπέρταση

• Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός αποτελεί μια πολύ πιο συχνή αιτία απ’ ότι αναφερόταν παλιότερα και είναι παρών στο 20% των περιπτώσεων.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ:

Φάρμακα που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (στεροειδή, συμπαθομιμητικές αμίνες, νικοτίνη..)

Φάρμακα που συχνά αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (αιθανόλη, κορτικοειδή, κυκλοσπορίνη, ερυθροποιητίνη,ανορεξιογόνα,ΜΣΑΦ..) • Φάρμακα που περιστασιακά αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (καφεϊνη,φαινοθειαζίνες,τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά..)

Φάρμακα που κατά την απόσυρσή τους αυξάνουν την αρτηριακή πίεση όπως η κλονιδίνη • Φάρμακα που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση σε έδαφος αλληλεπίδρασης όπως οι αναστολείς μονοαμινοξειδάσης

Χαρακτηριστικά Ασθενή Που Συσχετίζονται Με Εμφάνιση Δευτεροπαθούς Υπέρτασης:

  • Υψηλές τιμές ΑΠ
  • Μεγαλύτερη ηλικία
  • Θήλυ φύλο
  • Εθνικότητα-Αφροαμερικάνοι
  • Παχυσαρκία
  • Αυξημένη διαιτητική πρόσληψη νατρίου
  • Χρόνια νεφρική νόσος
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Κατανάλωση αλκοόλ
  • Καθιστική ζωή
  • Υπερτροφία της αριστερής κοιλίας

ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ – ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ:

  1. Επιβεβαίωση των τιμών της αρτηριακής πίεσης, μέτρηση με αξιόπιστο πιεσόμετρο ,κατάλληλη περιχειρίδα, εκπαίδευση του χειριστή ,μετρήσεις πίεσης στο σπίτι, 24ωρη καταγραφή.
  2. Έλεγχος συμμόρφωσης του ασθενούς όσον αφορά την τακτική λήψη των φαρμάκων, έλεγχος φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων.
  3. Έλεγχος παχυσαρκίας, άπνοιας ύπνου, υπερκατανάλωσης άλατος και αλκοόλ.
  4. Διερεύνηση δευτεροπαθούς υπέρτασης.
  5. Σε περίπτωση που αποκλειστεί η πιθανότητα ψευδούς υπέρτασης πρωταρχικό ρόλο κατέχει η ενθάρρυνση του ασθενούς για τροποποίηση των λοιπών παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου και για αλλαγή του τρόπου ζωής του
  6. Η φαρμακευτική θεραπεία.

[/fusion_text][/fusion_builder_column][/fusion_builder_row][/fusion_builder_container]

Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα

στεφανιαια νοσος

Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα

Εισαγωγή :

  • Τα άτομα που προσβάλλονται είναι ηλικιωμένα, με ιστορικό καρδιοπάθειας και με περισσότερες συνυπάρχουσες παθήσεις, από ότι στο
    παρελθόν.
  • Μπορεί να αναπτυχθεί ενδοκαρδίτιδα και σε ηλικιωμένους ασθενείς με εκφυλιστικές αλλοιώσεις των βαλβίδων (κυρίως της αορτικής
    βαλβίδας).
  • Η επίπτωση της ΛΕ υπολογίζεται περίπου στις 3-10 περιπτώσεις/100000 κατοίκους / ετησίως.
  • Η κατάταξη της σε οξεία, υποξεία και χρόνια δεν είναι πλέον επίκαιρη και ούτε ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες.
  • Αντίθετα περιγραφή της προσβληθείσης βαλβίδας (φυσική ή προσθετική) και η πηγή της λοίμωξης (κοινότητα ή νοσοκομειακή-εμφύτευση
    συσκευών) έχει σημασία για τον εμπειρικό τρόπο χορήγησης των αντιβιοτικών.

Κλινική Εικόνα

Η ποικιλομορφία στη κλινική της εκδήλωση αποτελεί χαρακτηριστικό της ΛΕ.

  • Στο ατομικό αναμνηστικό συνήθως αναφέρονται πρόσφατη λοίμωξη ή επέμβαση.
  • Ο πυρετός και το νέο φύσημα αποτελούν τα κύρια ευρήματα.
  • Σε ποσοστό που ξεπερνάει το 20% η πρώτη εκδήλωση μπορεί να είναι και ΑΕΕ.
  • Η σπληνομεγαλία και οι υπονύχιες αιμορραγίες στηρίζουν τη διάγνωση.
  • Οζοι του Οsler, βλάβες Janeway και κηλίδες Roth σπάνια ανευρίσκονται.
  • Επιπλοκές, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, εγκεφαλικό επεισόδιο, ή μεταστατικές λοιμώξεις (οστεομυελίτιδα σπονδύλου ή απόστημα) είναι πιο
    συχνές. Η τελευταία επιπλοκή είναι πιό συχνή σε λοίμωξη από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο.

Αιματολογικές Εξετάσεις

Είναι μη ειδικές.

  • Νορμόχρωμη αναιμία
  • Θετικός ρευματοειδής παράγων
  • Υψηλή ταχύτητα καθίζησης ερυθρών
  • Αυξημένη CRP
  • Μικροσκοπική αιματουρία και ενίοτε πρωτεϊνουρία
  • Μείωση του C3, αύξηση των ανοσοσφαιρινών

Διάγνωση

Η διάγνωση τίθεται με τα τροποποιημένα κριτήρια DUKE (δύο μείζονα ή ένα μείζον και τρία ελάσσονα ή 5 ελάσσονα).
Οι θετικές αιμοκαλλιέργειες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο στη διάγνωση. Η βακτηριαιμία στην ΛΕ είναι συνεχής και δεν χρειάζεται να παίρνουμε
καλλιέργειες στις εξάρσεις του πυρετού.
Στο 10% των περιπτώσεων οι αιμοκαλλιέργειες μπορεί να είναι αρνητικές. Αιτίες η προηγηθείσα λήψη αντιβιοτικών, μη λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα, όπως επί
νεοπλασιών.
Αν οι αιμοκαλλιέργειες είναι αρνητικές, μετά από 5 ημέρες, ζητείστε ορολογικές  δοκιμασίες για Coxiella και Bartonella και αν πάλι αρνητικές ψάξτε για brucella,
mycoplasma, legionella and chlamydia.
Αναμονή >7 ημερών δεν έχει νόημα, ούτε για τα HACEK, που θεωρούνται από τα κλασσικά μικρόβια με αργή ανάπτυξη.

Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα
Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα

Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα

Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα

Λοιμώδης Ενδοκαρδίτιδα(ΛΕ): Διαχρονικά και αναπάντητα ή μισο-απαντημένα ερωτήματα

  • Ποιές περιπτώσεις και γιατί πρέπει να μεταφερθούν σε τριτοβάθμια κέντρα;
  • Ορθολογική χρήση και ερμηνεία διαγνωστικών τεχνικών για οριστική διάγνωση.
  • Ενδείξεις και πότε είναι ο σωστός χρόνος για χειρουργείο(timing): οι χειρουργοί σε κάθε περίπτωση απαιτούν 6 εβδομάδες θεραπεία.
  • Αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων (νευρολογικές επιπλοκές, μηχανικές προσθετικές βαλβίδες).
  • Παρακολούθηση

 

Στεφανιογραφία: πώς γίνεται, πότε χρειάζεται;

στεφανιαια νοσος

Τι είναι η στεφανιογραφία;

Η στεφανιογραφία είναι μια επεμβατική διαγνωστική εξέταση που επιτρέπει στον καρδιολόγο να απεικονίσει τις στεφανιαίες αρτηρίες, δηλαδή τα αγγεία που τροφοδοτούν με αίμα τον καρδιακό μυ.

Πραγματοποιείται με ειδικούς καθετήρες και σκιαγραφικό υλικό, ώστε να εντοπιστούν πιθανές στενώσεις ή αποφράξεις των αρτηριών.

Η εξέταση χρησιμοποιείται κυρίως στη διερεύνηση σημαντικής στεφανιαίας νόσου και στην αντιμετώπιση οξέων στεφανιαίων συνδρόμων, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Δεν χρειάζονται όλοι οι ασθενείς με πόνο στο στήθος στεφανιογραφία. Η απόφαση εξαρτάται από τα συμπτώματα, την κλινική εκτίμηση, τις προηγούμενες εξετάσεις και τον συνολικό κίνδυνο.

στεφανιαια νοσος

Πώς γίνεται η στεφανιογραφία;

Η στεφανιογραφία πραγματοποιείται σε ειδικό αιμοδυναμικό εργαστήριο νοσοκομείου.

Ο ασθενής παραμένει συνήθως ξύπνιος. Χορηγείται τοπική αναισθησία στο σημείο εισαγωγής του καθετήρα και, εφόσον χρειάζεται, ήπια καταστολή.

Τα βασικά στάδια της εξέτασης

  1. Είσοδος του καθετήρα: Συνήθως επιλέγεται η κερκιδική αρτηρία στον καρπό. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται η μηριαία αρτηρία στη βουβωνική χώρα.
  2. Προώθηση του καθετήρα: Με ακτινοσκοπική καθοδήγηση, ο καθετήρας φτάνει στα στόμια των στεφανιαίων αρτηριών.
  3. Χορήγηση σκιαγραφικού: Το σκιαγραφικό επιτρέπει την απεικόνιση των αγγείων με ακτίνες Χ.
  4. Αξιολόγηση στενώσεων: Ο επεμβατικός καρδιολόγος εξετάζει τις εικόνες και εκτιμά την παρουσία και τη βαρύτητα των στενώσεων.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται πρόσθετες τεχνικές, όπως η μέτρηση FFR ή iFR, για να εκτιμηθεί αν μια στένωση επηρεάζει σημαντικά την αιματική ροή.

Πώς προετοιμάζεται ο ασθενής;

Πριν από την εξέταση αξιολογούνται το ιατρικό ιστορικό, η νεφρική λειτουργία, οι αλλεργίες και τα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής.

Οι οδηγίες σχετικά με τη νηστεία και τη λήψη φαρμάκων δίνονται από το νοσοκομείο. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά ή φάρμακα για τον σακχαρώδη διαβήτη.

Μην διακόπτετε κανένα φάρμακο χωρίς συγκεκριμένη ιατρική οδηγία.

Πότε χρειάζεται στεφανιογραφία;

Η στεφανιογραφία δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας για κάθε ασθενή με πιθανή στεφανιαία νόσο.

Στα χρόνια στεφανιαία σύνδρομα μπορεί να συνιστάται όταν:

  • Υπάρχει πολύ υψηλή κλινική πιθανότητα σημαντικής αποφρακτικής στεφανιαίας νόσου.
  • Η στηθάγχη επιμένει παρά την κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία.
  • Εμφανίζεται χαρακτηριστικός πόνος στο στήθος ή δύσπνοια σε πολύ μικρή προσπάθεια.
  • Οι μη επεμβατικές εξετάσεις δείχνουν ισχαιμία υψηλού κινδύνου ή ευρήματα που υποδηλώνουν σημαντική στεφανιαία νόσο.
  • Χρειάζεται αναλυτική αξιολόγηση των στεφανιαίων αρτηριών για την επιλογή κατάλληλης θεραπείας.

Χρειάζεται στεφανιογραφία μετά από παθολογική δοκιμασία κόπωσης;

Όχι απαραίτητα.

Ένα παθολογικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί αυτόματα ένδειξη επεμβατικής στεφανιογραφίας. Η απόφαση εξαρτάται από τον βαθμό ισχαιμίας, τα συμπτώματα, τη συνολική πιθανότητα στεφανιαίας νόσου και τα υπόλοιπα κλινικά ευρήματα.

Σε αρκετούς σταθερούς ασθενείς μπορούν να χρησιμοποιηθούν πρώτα μη επεμβατικές εξετάσεις, όπως η αξονική στεφανιογραφία ή η λειτουργική απεικόνιση ισχαιμίας.

Πότε γίνεται επειγόντως;

Σε οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, όπως έμφραγμα με ανάσπαση του ST, απαιτείται άμεση επεμβατική αντιμετώπιση όταν είναι διαθέσιμη εγκαίρως.

Άλλοι ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο αξιολογούνται ανάλογα με τον κίνδυνο, ώστε να καθοριστεί πόσο γρήγορα χρειάζεται στεφανιογραφία.

Εάν εμφανίσετε έντονο ή επίμονο πόνο στο στήθος, ιδιαίτερα με δύσπνοια, εφίδρωση ή τάση λιποθυμίας, καλέστε το 166 ή το 112.

στεφανιαια νοσος

Πότε χρειάζεται stent και πότε bypass;

Η στεφανιογραφία δείχνει την ανατομία των στεφανιαίων αρτηριών και βοηθά στην επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης.

Ανάλογα με τα ευρήματα, μπορεί να προταθεί:

  • Φαρμακευτική θεραπεία: Όταν δεν υπάρχει ένδειξη επαναιμάτωσης ή όταν η συντηρητική αντιμετώπιση είναι καταλληλότερη.
  • Αγγειοπλαστική με stent (PCI): Όταν μια σημαντική στένωση μπορεί να αντιμετωπιστεί με διαδερμική επέμβαση.
  • Αορτοστεφανιαία παράκαμψη (bypass ή CABG): Σε επιλεγμένους ασθενείς με εκτεταμένη ή πολύπλοκη στεφανιαία νόσο.

Η επιλογή δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των αγγείων που έχουν στενώσεις.

Σημαντικό ρόλο έχουν η θέση και η πολυπλοκότητα των βλαβών, η λειτουργία της αριστερής κοιλίας, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι συνυπάρχουσες παθήσεις και ο χειρουργικός κίνδυνος.

Σε σύνθετες περιπτώσεις, η απόφαση λαμβάνεται από διεπιστημονική ομάδα καρδιολόγων και καρδιοχειρουργών (Heart Team), με συμμετοχή του ασθενούς.

Η διαγνωστική στεφανιογραφία δεν σημαίνει ότι θα τοποθετηθεί οπωσδήποτε stent.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ανάρρωση μετά την αγγειοπλαστική, διαβάστε το άρθρο Τι προσέχω μετά το στεντ (stent);.

Πονάει η στεφανιογραφία; Είναι επικίνδυνη;

Η στεφανιογραφία πραγματοποιείται συνήθως με τοπική αναισθησία και δεν απαιτεί γενική αναισθησία.

Ο ασθενής μπορεί να αισθανθεί ένα μικρό τσίμπημα κατά τη χορήγηση του τοπικού αναισθητικού, πίεση στο σημείο εισαγωγής ή παροδική αίσθηση θερμότητας κατά τη χορήγηση του σκιαγραφικού.

Η εξέταση είναι γενικά ασφαλής όταν πραγματοποιείται από έμπειρη ομάδα, αλλά, όπως κάθε επεμβατική πράξη, έχει πιθανούς κινδύνους.

Ποιες επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν;

Οι συχνότερες είναι συνήθως ήπιες, όπως μικρό αιμάτωμα ή ευαισθησία στο σημείο παρακέντησης.

Λιγότερο συχνά μπορεί να παρουσιαστούν:

  • Σημαντική αιμορραγία ή αγγειακή επιπλοκή.
  • Αλλεργική αντίδραση στο σκιαγραφικό.
  • Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας σε ευάλωτους ασθενείς.
  • Καρδιακές αρρυθμίες.
  • Πολύ σπάνια, έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο ατομικός κίνδυνος εξαρτάται από τη γενική κατάσταση του ασθενούς, τη νεφρική λειτουργία, την παρουσία άλλων παθήσεων και το είδος της επέμβασης.

Πριν από τη στεφανιογραφία, ο επεμβατικός καρδιολόγος εξηγεί τα αναμενόμενα οφέλη, τους πιθανούς κινδύνους και τις εναλλακτικές επιλογές.

Πόσες ώρες μένουμε στο νοσοκομείο μετά τη στεφανιογραφία;

Μετά από μια απλή διαγνωστική στεφανιογραφία, πολλοί ασθενείς μπορούν να επιστρέψουν στο σπίτι την ίδια ημέρα, μετά από κατάλληλη παρακολούθηση.

Η διάρκεια παραμονής εξαρτάται από την κατάσταση του ασθενούς, το σημείο εισαγωγής του καθετήρα και το αν πραγματοποιήθηκε μόνο διαγνωστική εξέταση ή και αγγειοπλαστική.

Χρειάζεται παρατεταμένη κατάκλιση;

Όταν η εξέταση γίνεται από τον καρπό, η κινητοποίηση μπορεί συνήθως να πραγματοποιηθεί σχετικά γρήγορα.

Όταν χρησιμοποιείται η μηριαία αρτηρία, μπορεί να χρειάζεται παραμονή σε ύπτια θέση για περισσότερη ώρα.

Δεν ισχύει ότι όλοι οι ασθενείς πρέπει υποχρεωτικά να παραμένουν ξαπλωμένοι για 6–8 ώρες.

Τι πρέπει να προσέχω μετά τη στεφανιογραφία;

  • Ακολουθήστε τις οδηγίες του νοσοκομείου σχετικά με την κινητοποίηση, την οδήγηση και τη σωματική δραστηριότητα.
  • Αποφύγετε τη βαριά σωματική προσπάθεια για όσο διάστημα σας έχει συστηθεί.
  • Παρακολουθήστε το σημείο εισαγωγής για αιμορραγία, αυξανόμενο πρήξιμο ή έντονο πόνο.
  • Μην αλλάζετε αυθαίρετα τη φαρμακευτική σας αγωγή.
  • Εφόσον επιτρέπεται από την ιατρική σας κατάσταση, ακολουθήστε τις οδηγίες για επαρκή πρόσληψη υγρών.

Σημαντική αιμορραγία που δεν σταματά με σταθερή πίεση, πόνος στο στήθος, σοβαρή δύσπνοια ή αιφνίδια διαταραχή της κυκλοφορίας στο άκρο απαιτούν επείγουσα ιατρική αξιολόγηση.

Σημαντικές πληροφορίες

Στεφανιαία νόσος: Ένας κατά συρροή δολοφόνος ζει δίπλα

Στεφανιαία καρδιακή νόσος

Καρδιαγγειακή νόσος

Coronary artery disease

Καρδιογράφημα (ΗΚΓ) – Το Καρδιογράφημα Πως Γίνεται;

Συμπέρασμα

Η στεφανιογραφία αποτελεί σημαντική εξέταση για τη διάγνωση και την αξιολόγηση της στεφανιαίας νόσου.

Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητη για κάθε ασθενή με πόνο στο στήθος ή παθολογική δοκιμασία κόπωσης.

Η ανάγκη πραγματοποίησής της καθορίζεται από τα συμπτώματα, την πιθανότητα σοβαρής στεφανιαίας νόσου και τα αποτελέσματα των προηγούμενων εξετάσεων.

Όταν εντοπιστούν σημαντικές στενώσεις, ο καρδιολόγος αξιολογεί εάν η καταλληλότερη αντιμετώπιση είναι η φαρμακευτική θεραπεία, η αγγειοπλαστική ή η αορτοστεφανιαία παράκαμψη.

Η σωστή επιλογή θεραπείας είναι εξατομικευμένη και βασίζεται στη συνολική καρδιολογική αξιολόγηση.