Πνευμονική υπέρταση: συμπτώματα, αίτια, διάγνωση και θεραπεία

Πνευμονική υπέρταση: πότε χρειάζεται διερεύνηση;

Η πνευμονική υπέρταση μπορεί να προκαλέσει σταδιακή μείωση της αντοχής στην άσκηση, δύσπνοια και επιβάρυνση της δεξιάς πλευράς της καρδιάς.

Επειδή τα αρχικά συμπτώματα δεν είναι ειδικά, η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει. Η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή διερεύνηση της υποκείμενης αιτίας είναι καθοριστικές για την επιλογή κατάλληλης θεραπείας.

Πνευμονική Υπέρταση

Καρδιολογικός Έλεγχος στην Αθήνα – Καρδιολογικό Check Up

Η πνευμονική υπέρταση είναι μια παθολογική αύξηση της πίεσης στην πνευμονική κυκλοφορία, δηλαδή στα αγγεία που μεταφέρουν το αίμα από τη δεξιά πλευρά της καρδιάς προς τους πνεύμονες.

Δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο. Μπορεί να σχετίζεται με παθήσεις της καρδιάς, χρόνιες πνευμονοπάθειες, χρόνια θρομβοεμβολική νόσο ή παθήσεις των ίδιων των πνευμονικών αρτηριών.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες ESC/ERS 2022, η πνευμονική υπέρταση ορίζεται αιμοδυναμικά ως μέση πίεση πνευμονικής αρτηρίας (mPAP) μεγαλύτερη από 20 mmHg σε ηρεμία, με μέτρηση κατά τον δεξιό καρδιακό καθετηριασμό. Η προτριχοειδική πνευμονική υπέρταση χαρακτηρίζεται επιπλέον από πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις (PVR) μεγαλύτερες από 2 μονάδες Wood και πίεση ενσφήνωσης (PAWP) έως 15 mmHg.

Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν προοδευτική δύσπνοια στην προσπάθεια, εύκολη κόπωση, πόνο στο στήθος και, σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις, ζάλη ή συγκοπτικά επεισόδια.

Η έγκαιρη αναγνώριση είναι σημαντική, επειδή η πρόγνωση και η κατάλληλη θεραπεία διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την αιτία, τη βαρύτητα και τη λειτουργία της δεξιάς κοιλίας.

Πώς επηρεάζει η πνευμονική υπέρταση την καρδιά και τους πνεύμονες;

Στην πνευμονική υπέρταση, η δεξιά κοιλία της καρδιάς χρειάζεται συχνά να αναπτύξει μεγαλύτερη πίεση για να προωθήσει το αίμα προς τους πνεύμονες.

Ανάλογα με την αιτία, η αυξημένη πίεση μπορεί να οφείλεται σε αυξημένες αντιστάσεις των πνευμονικών αγγείων ή στη μετάδοση αυξημένων πιέσεων από την αριστερή πλευρά της καρδιάς.

Με την πάροδο του χρόνου, η επιβάρυνση αυτή μπορεί να προκαλέσει υπερτροφία ή διάταση της δεξιάς κοιλίας και, σε προχωρημένες περιπτώσεις, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια.

Οι πνευμονικές αρτηρίες είναι τα αιμοφόρα αγγεία που μεταφέρουν το “φτωχό σε οξυγόνο” αίμα από τη δεξιά κοιλία, έναν από τους θαλάμους της καρδιάς που λειτουργεί ως αντλία, στους πνεύμονες. Αφού οξυγονωθεί (δηλαδή γίνει πλούσιο σε οξυγόνο) στους μικρούς αερόσακους των πνευμόνων που ονομάζονται κυψελίδες, το αίμα επιστρέφει στην αριστερή πλευρά της καρδιάς μέσω των πνευμονικών φλεβών. Το οξυγονωμένο αίμα αντλείται στη συνέχεια προς το υπόλοιπο σώμα μέσω της αριστερής κοιλίας (μέσω της αορτής, του μεγαλύτερου αιμοφόρου αγγείου του σώματος). Το αίμα αυτό μεταφέρεται σε όλο το σώμα μέσω των συστηματικών αρτηριών, όπου οι μύες και τα διάφορα όργανα χρησιμοποιούν το οξυγόνο. Αφού εξαχθεί το οξυγόνο, το αίμα επιστρέφει στη δεξιά πλευρά της καρδιάς μέσω των συστηματικών φλεβών (που ονομάζονται κάτω και άνω κοίλη φλέβα). Στη συνέχεια, ο κύκλος αυτός επαναλαμβάνεται.

Κατά τη διάρκεια περιόδων άσκησης, όπως το περπάτημα, οι μύες απαιτούν μεγαλύτερες ποσότητες οξυγόνου για να τους παρέχουν πρόσθετη ενέργεια. Για το λόγο αυτό, το σώμα προσαρμόζεται σε αυτή την αυξημένη ανάγκη για οξυγόνο αυξάνοντας τον καρδιακό ρυθμό, ο οποίος αυξάνει την ποσότητα του αίματος που ρέει στους πνεύμονες. Για να συμβεί αυτό, οι πνευμονικές αρτηρίες πρέπει να είναι σε θέση να ανοίξουν περισσότερο. Με άλλα λόγια, τα αιμοφόρα αγγεία πρέπει να είναι εύκαμπτα.

Σε ασθενείς με πνευμονική υπέρταση, τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων είναι παχύτερα, οπότε τα αγγεία γίνονται λιγότερο εύκαμπτα (η εικόνα δείχνει πώς οι διατομές μιας πνευμονικής αρτηρίας γίνονται παχύτερες λόγω πνευμονικής υπέρτασης). Αυτό δυσκολεύει τη δεξιά κοιλία να αντλήσει περισσότερο αίμα στους πνεύμονες.

Η δεξιά κοιλία είναι ένας μυς και όπως κάθε άλλος μυς στο σώμα, αν πρέπει να δουλέψει πιο σκληρά, μεγαλώνει (η εικόνα στα δεξιά δείχνει τον μυ της δεξιάς κοιλίας παχύτερο από το φυσιολογικό στην πνευμονική υπέρταση).

Η Καρδιομεγαλία – Όλα όσα πρέπει να ξέρετε!

Ωστόσο, εάν η καρδιά πρέπει να εργάζεται σκληρότερα από το συνηθισμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα (μήνες και συχνά χρόνια) χωρίς ανάπαυση, αρχίζει να λειτουργεί λιγότερο αποτελεσματικά.

Κατά τη συστολή της δεξιάς κοιλίας, το αίμα προωθείται προς τις πνευμονικές αρτηρίες και η πίεση αυξάνεται. Κατά τη χάλαση της καρδιάς, η πίεση μειώνεται. Η μέση πίεση πνευμονικής αρτηρίας (mPAP) εκφράζει τη μέση πίεση κατά τη διάρκεια ολόκληρου του καρδιακού κύκλου.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές της πνευμονικής πίεσης;

Σε υγιή άτομα, η μέση πίεση της πνευμονικής αρτηρίας σε ηρεμία είναι περίπου 14 mmHg, με ανώτερο φυσιολογικό όριο περίπου 20 mmHg.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες ESC/ERS 2022, πνευμονική υπέρταση διαγιγνώσκεται αιμοδυναμικά όταν η μέση πίεση πνευμονικής αρτηρίας (mPAP) είναι μεγαλύτερη από 20 mmHg σε ηρεμία, όπως επιβεβαιώνεται με δεξιό καρδιακό καθετηριασμό.

Το παλαιότερο διαγνωστικό όριο των 25 mmHg δεν χρησιμοποιείται πλέον. Επίσης, μια μεμονωμένη πίεση 30 mmHg κατά την άσκηση δεν αποτελεί από μόνη της διαγνωστικό κριτήριο. Η αξιολόγηση κατά την άσκηση απαιτεί ειδικές αιμοδυναμικές μετρήσεις που λαμβάνουν υπόψη και την καρδιακή παροχή.

Σημαντικό: Το υπερηχοκαρδιογράφημα (Triplex καρδιάς) αποτελεί βασική εξέταση για την εκτίμηση της πιθανότητας πνευμονικής υπέρτασης, αλλά δεν επιβεβαιώνει από μόνο του την αιμοδυναμική διάγνωση. Όταν υπάρχει κατάλληλη ένδειξη, η επιβεβαίωση γίνεται με δεξιό καρδιακό καθετηριασμό.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ πνευμονικής υπέρτασης (PH), πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (PAH) και καρδιακής ανεπάρκειας (HF);

Οι όροι αυτοί περιγράφουν διαφορετικές καταστάσεις, οι οποίες μπορεί να συνυπάρχουν.

  • Πνευμονική υπέρταση (PH): Είναι ο γενικός όρος για την αυξημένη πίεση στην πνευμονική κυκλοφορία. Μπορεί να οφείλεται σε καρδιοπάθειες, πνευμονοπάθειες, χρόνια θρομβοεμβολική νόσο ή άλλους μηχανισμούς.
  • Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (PAH): Είναι μια συγκεκριμένη μορφή πνευμονικής υπέρτασης (Ομάδα 1), που χαρακτηρίζεται από παθολογικές μεταβολές στα μικρά πνευμονικά αγγεία και αυξημένες πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις. Μπορεί να είναι ιδιοπαθής, κληρονομική ή να σχετίζεται με παθήσεις όπως η συστηματική σκλήρυνση, συγγενείς καρδιοπάθειες και η πυλαία υπέρταση.
  • Καρδιακή ανεπάρκεια (HF): Είναι η κατάσταση κατά την οποία η καρδιά δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις κυκλοφορικές ανάγκες του οργανισμού ή το επιτυγχάνει με αυξημένες πιέσεις πλήρωσης. Η καρδιακή ανεπάρκεια της αριστερής καρδιάς αποτελεί συχνή αιτία πνευμονικής υπέρτασης (Ομάδα 2).

Γιατί έχει σημασία αυτή η διάκριση;

Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία της αυξημένης πνευμονικής πίεσης. Τα ειδικά φάρμακα για την πνευμονική αρτηριακή υπέρταση δεν είναι κατάλληλα για κάθε μορφή πνευμονικής υπέρτασης και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι επιβλαβή.

Γι’ αυτό η σωστή διάγνωση και η ταξινόμηση της πνευμονικής υπέρτασης είναι απαραίτητες πριν από την επιλογή της θεραπείας.

Ποιες είναι οι αιτίες της πνευμονικής υπέρτασης;

Η πνευμονική υπέρταση μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικές παθήσεις και μηχανισμούς. Η σωστή αναγνώριση της αιτίας είναι απαραίτητη, επειδή η θεραπεία και η πρόγνωση διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη μορφή της νόσου.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες ESC/ERS, η πνευμονική υπέρταση ταξινομείται σε πέντε κύριες κλινικές ομάδες.

Ομάδα 1: Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (PAH)

Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση χαρακτηρίζεται από παθολογικές μεταβολές στα μικρά πνευμονικά αγγεία, που οδηγούν σε αύξηση των πνευμονικών αγγειακών αντιστάσεων.

Μπορεί να είναι:

  • Ιδιοπαθής, χωρίς αναγνωρίσιμη αιτία.
  • Κληρονομική, λόγω ορισμένων γενετικών παραλλαγών.
  • Σχετιζόμενη με νοσήματα του συνδετικού ιστού, όπως η συστηματική σκλήρυνση.
  • Σχετιζόμενη με συγγενείς καρδιοπάθειες, πυλαία υπέρταση ή λοίμωξη HIV.
  • Σχετιζόμενη με συγκεκριμένα φάρμακα ή τοξικές ουσίες.

Ομάδα 2: Πνευμονική υπέρταση λόγω παθήσεων της αριστερής καρδιάς

Αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές πνευμονικής υπέρτασης.

Μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με:

  • Καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο ή διατηρημένο κλάσμα εξώθησης.
  • Βαλβιδοπάθειες, όπως στένωση μιτροειδούς βαλβίδας ή σημαντική ανεπάρκεια μιτροειδούς.
  • Άλλες παθήσεις που αυξάνουν τις πιέσεις πλήρωσης της αριστερής καρδιάς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αυξημένη πίεση μεταδίδεται από την αριστερή καρδιά προς την πνευμονική κυκλοφορία.

Ομάδα 3: Πνευμονική υπέρταση λόγω πνευμονοπαθειών ή υποξίας

Η πνευμονική υπέρταση μπορεί να σχετίζεται με χρόνιες παθήσεις των πνευμόνων ή καταστάσεις που προκαλούν παρατεταμένη έλλειψη οξυγόνου.

Παραδείγματα αποτελούν:

  • Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).
  • Διάμεσες πνευμονοπάθειες και πνευμονική ίνωση.
  • Σύνδρομα κυψελιδικού υποαερισμού.
  • Χρόνια έκθεση σε μεγάλο υψόμετρο.

Η μεμονωμένη αποφρακτική άπνοια ύπνου δεν θεωρείται συνήθως από μόνη της αιτία σημαντικής πνευμονικής υπέρτασης.

Ομάδα 4: Πνευμονική υπέρταση λόγω απόφραξης των πνευμονικών αρτηριών

Η σημαντικότερη μορφή είναι η χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση (CTEPH).

Προκαλείται από επίμονη απόφραξη και αναδιαμόρφωση των πνευμονικών αρτηριών λόγω οργανωμένου θρομβοεμβολικού υλικού.

Μπορεί να εμφανιστεί μετά από πνευμονική εμβολή, ακόμη και όταν το προηγούμενο επεισόδιο δεν είχε διαγνωστεί.

Η αναγνώρισή της είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή σε κατάλληλους ασθενείς υπάρχουν εξειδικευμένες θεραπευτικές επιλογές, όπως η πνευμονική ενδαρτηρεκτομή και η αγγειοπλαστική με μπαλόνι.

Ομάδα 5: Πνευμονική υπέρταση με ασαφείς ή πολυπαραγοντικούς μηχανισμούς

Περιλαμβάνει καταστάσεις στις οποίες η αύξηση της πνευμονικής πίεσης οφείλεται σε περισσότερους από έναν μηχανισμούς ή σε μηχανισμούς που δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Παραδείγματα είναι:

  • Ορισμένα αιματολογικά νοσήματα.
  • Συστηματικές παθήσεις, όπως η σαρκοείδωση.
  • Ορισμένες μεταβολικές διαταραχές.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
  • Ορισμένες παθήσεις που προκαλούν συμπίεση ή απόφραξη των πνευμονικών αγγείων.

Γιατί είναι σημαντική η σωστή ταξινόμηση;

Η πνευμονική υπέρταση δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς.

Για παράδειγμα, τα ειδικά αγγειοδιασταλτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην πνευμονική αρτηριακή υπέρταση δεν ενδείκνυνται γενικά για την πνευμονική υπέρταση που οφείλεται σε παθήσεις της αριστερής καρδιάς και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσουν επιδείνωση.

Η ολοκληρωμένη καρδιολογική και πνευμονολογική αξιολόγηση, καθώς και η παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο όταν ενδείκνυται, είναι απαραίτητες για τη σωστή διάγνωση και επιλογή θεραπείας.

Ποια είναι τα συμπτώματα της πνευμονικής υπέρτασης;

Τα συμπτώματα της πνευμονικής υπέρτασης συχνά εμφανίζονται σταδιακά και μπορεί αρχικά να αποδίδονται στην ηλικία, στην έλλειψη φυσικής κατάστασης ή σε άλλες καρδιολογικές και αναπνευστικές παθήσεις.

Το συχνότερο σύμπτωμα είναι η προοδευτική δύσπνοια στην προσπάθεια, η οποία μπορεί αρχικά να εμφανίζεται στο ανέβασμα μιας σκάλας ή στο γρήγορο περπάτημα και αργότερα σε μικρότερες καθημερινές δραστηριότητες.

Πρώιμα συμπτώματα της πνευμονικής υπέρτασης

Τα συχνότερα περιλαμβάνουν:

  • Δύσπνοια στην προσπάθεια: Προοδευτική δυσκολία στην αναπνοή, ιδιαίτερα κατά τη σωματική δραστηριότητα.
  • Εύκολη κόπωση: Μειωμένη αντοχή και αίσθημα εξάντλησης σε δραστηριότητες που προηγουμένως δεν προκαλούσαν πρόβλημα.
  • Αίσθημα παλμών: Αίσθηση γρήγορου ή ακανόνιστου καρδιακού ρυθμού.
  • Πόνο ή δυσφορία στο στήθος: Μπορεί να εμφανίζεται ιδιαίτερα κατά την προσπάθεια.
  • Ζάλη ή τάση λιποθυμίας: Ιδιαίτερα κατά την άσκηση, όταν η καρδιά δυσκολεύεται να αυξήσει επαρκώς την παροχή αίματος.

Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά για την πνευμονική υπέρταση. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές αιτίες της δυσκολίας στην αναπνοή, διαβάστε τον οδηγό για τη δύσπνοια και την αντιμετώπισή της.

Συμπτώματα προχωρημένης πνευμονικής υπέρτασης

Καθώς η νόσος εξελίσσεται και επιβαρύνεται η δεξιά κοιλία, μπορεί να εμφανιστούν:

  • Δύσπνοια με ελάχιστη προσπάθεια ή στην ηρεμία.
  • Πρήξιμο στα πόδια και στους αστραγάλους, λόγω κατακράτησης υγρών.
  • Αύξηση βάρους ή διόγκωση της κοιλιάς, που μπορεί να σχετίζονται με κατακράτηση υγρών και δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Συγκοπτικά επεισόδια, ιδιαίτερα κατά τη σωματική προσπάθεια.
  • Σημαντικός περιορισμός της καθημερινής δραστηριότητας.

Η κυάνωση μπορεί να εμφανιστεί όταν συνυπάρχει σημαντική υποξαιμία. Η πληκτροδακτυλία και η ερυθροκυττάρωση δεν αποτελούν τυπικά χαρακτηριστικά όλων των μορφών πνευμονικής υπέρτασης και, όταν υπάρχουν, χρειάζονται διερεύνηση της υποκείμενης αιτίας.

Πότε τα συμπτώματα είναι επικίνδυνα;

Η λιποθυμία κατά την προσπάθεια, η ταχεία επιδείνωση της δύσπνοιας και τα σημεία δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας αποτελούν προειδοποιητικά σημεία που απαιτούν επείγουσα ιατρική αξιολόγηση.

Καλέστε αμέσως το 166 ή το 112 σε περίπτωση σοβαρής δύσπνοιας, λιποθυμίας, έντονου ή επίμονου θωρακικού πόνου ή αιμοδυναμικής αστάθειας.

Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η κατάλληλη καρδιολογική και πνευμονολογική αξιολόγηση είναι σημαντικές για τη διάγνωση και την πρόληψη επιπλοκών.

Πώς γίνεται η διάγνωση της πνευμονικής υπέρτασης;

Η διάγνωση της πνευμονικής υπέρτασης απαιτεί συνδυασμό κλινικής αξιολόγησης, καρδιολογικών και πνευμονολογικών εξετάσεων. Στόχος δεν είναι μόνο να διαπιστωθεί η πιθανότητα αυξημένης πίεσης στην πνευμονική κυκλοφορία, αλλά και να αναγνωριστεί η υποκείμενη αιτία.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες ESC/ERS 2022, η διαγνωστική προσέγγιση περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια: κλινική υποψία, μη επεμβατική διερεύνηση και, όταν ενδείκνυται, αιμοδυναμική επιβεβαίωση.

Ποιες εξετάσεις χρειάζονται για την πνευμονική υπέρταση;

Οι κυριότερες εξετάσεις περιλαμβάνουν:

  • Κλινική εξέταση και ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ): Αξιολογούνται τα συμπτώματα, το ιστορικό και πιθανά σημεία επιβάρυνσης της δεξιάς καρδιάς.
  • Triplex καρδιάς: Αποτελεί τη βασική αρχική μη επεμβατική εξέταση για την εκτίμηση της πιθανότητας πνευμονικής υπέρτασης και την αξιολόγηση της λειτουργίας της δεξιάς κοιλίας.
  • Εξετάσεις αίματος: Η γενική αίματος, η νεφρική και η ηπατική λειτουργία, ο έλεγχος σιδήρου και οι καρδιακοί βιοδείκτες BNP ή NT-proBNP βοηθούν στην αξιολόγηση του ασθενούς. Ανάλογα με τα ευρήματα, μπορεί να χρειαστεί ανοσολογικός ή άλλος ειδικός έλεγχος.
  • Ακτινογραφία και αξονική τομογραφία θώρακα: Συμβάλλουν στην αναγνώριση πνευμονικών παθήσεων και άλλων πιθανών αιτιών.
  • Έλεγχος αναπνευστικής λειτουργίας: Περιλαμβάνει σπιρομέτρηση και μέτρηση της διαχυτικής ικανότητας του μονοξειδίου του άνθρακα (DLCO).
  • Σπινθηρογράφημα αερισμού-αιμάτωσης (V/Q): Χρησιμοποιείται στη διερεύνηση ανεξήγητης πνευμονικής υπέρτασης για τον αποκλεισμό χρόνιας θρομβοεμβολικής πνευμονικής υπέρτασης (CTEPH).
  • Δεξιός καρδιακός καθετηριασμός: Αποτελεί την εξέταση αναφοράς για την αιμοδυναμική επιβεβαίωση της πνευμονικής υπέρτασης και την ακριβή ταξινόμησή της, όταν υπάρχει κατάλληλη κλινική ένδειξη.

Μπορεί το Triplex καρδιάς να επιβεβαιώσει την πνευμονική υπέρταση;

Το υπερηχοκαρδιογράφημα μπορεί να αναδείξει αυξημένη πιθανότητα πνευμονικής υπέρτασης, αξιολογώντας την ταχύτητα της ανεπάρκειας της τριγλώχινας βαλβίδας και άλλα υπερηχογραφικά ευρήματα.

Ωστόσο, η διάγνωση δεν επιβεβαιώνεται μόνο από την εκτιμώμενη συστολική πίεση της πνευμονικής αρτηρίας στο Triplex.

Όταν απαιτείται οριστική αιμοδυναμική διάγνωση, πραγματοποιείται δεξιός καρδιακός καθετηριασμός, κατά προτίμηση σε εξειδικευμένο κέντρο πνευμονικής υπέρτασης.

Δεν χρειάζονται όλες οι εξετάσεις σε κάθε ασθενή. Η επιλογή τους εξαρτάται από τα συμπτώματα, τα ευρήματα του υπερηχοκαρδιογραφήματος και την πιθανή υποκείμενη αιτία.

Ακτινογραφία θώρακα

Η ακτινογραφία θώρακα μπορεί να αναδείξει διάταση των κεντρικών πνευμονικών αρτηριών, διεύρυνση των δεξιών καρδιακών κοιλοτήτων ή σημεία υποκείμενης πνευμονοπάθειας.

Ωστόσο, μια φυσιολογική ακτινογραφία θώρακα δεν αποκλείει την πνευμονική υπέρταση.

Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ)

Το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να εμφανίσει σημεία υπερτροφίας ή επιβάρυνσης της δεξιάς κοιλίας, δεξιά απόκλιση του ηλεκτρικού άξονα ή διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.

Ένα φυσιολογικό ΗΚΓ δεν αποκλείει την παρουσία πνευμονικής υπέρτασης.

Ηχοκαρδιογράφημα – Triplex καρδιάς

Το Triplex καρδιάς αποτελεί βασική μη επεμβατική εξέταση για την εκτίμηση της πιθανότητας πνευμονικής υπέρτασης.

Ο καρδιολόγος αξιολογεί:

  • Την ταχύτητα της ανεπάρκειας της τριγλώχινας βαλβίδας.
  • Το μέγεθος και τη συστολική λειτουργία της δεξιάς κοιλίας.
  • Τη μορφολογία του μεσοκοιλιακού διαφράγματος.
  • Το μέγεθος του δεξιού κόλπου και άλλα σημεία αυξημένων δεξιών πιέσεων.
  • Την παρουσία βαλβιδοπαθειών ή δυσλειτουργίας της αριστερής καρδιάς.

Η υπερηχοκαρδιογραφική εκτίμηση δεν αντικαθιστά τον δεξιό καρδιακό καθετηριασμό όταν απαιτείται επιβεβαίωση της διάγνωσης.

Έλεγχος πνευμονικής λειτουργίας

Η σπιρομέτρηση και η μέτρηση της διαχυτικής ικανότητας του μονοξειδίου του άνθρακα (DLCO) βοηθούν στη διερεύνηση πιθανών πνευμονικών παθήσεων.

Σε ορισμένους ασθενείς με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, η σπιρομέτρηση μπορεί να είναι σχετικά φυσιολογική, ενώ η DLCO μπορεί να είναι μειωμένη.

Δοκιμασία εξάλεπτης βάδισης και καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κόπωσης

Η δοκιμασία εξάλεπτης βάδισης (6MWT) αξιολογεί τη λειτουργική ικανότητα του ασθενούς και χρησιμοποιείται συχνά στην παρακολούθηση της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης.

Η εξειδικευμένη καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κόπωσης (CPET) μπορεί να προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την αιτία της δύσπνοιας και τον περιορισμό της άσκησης.

Οι εξετάσεις αυτές δεν επιβεβαιώνουν από μόνες τους τη διάγνωση και επιλέγονται με βάση την κλινική κατάσταση του ασθενούς.

Σπινθηρογράφημα αερισμού-αιμάτωσης (V/Q)

Το σπινθηρογράφημα V/Q είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη διερεύνηση ανεξήγητης πνευμονικής υπέρτασης, καθώς βοηθά στον αποκλεισμό χρόνιας θρομβοεμβολικής πνευμονικής υπέρτασης (CTEPH).

Η απουσία χαρακτηριστικών διαταραχών αιμάτωσης καθιστά την CTEPH πολύ λιγότερο πιθανή, όταν η εξέταση είναι κατάλληλη και αξιολογείται σωστά.

Αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία

Η αξονική τομογραφία θώρακα μπορεί να αναδείξει παθήσεις του πνευμονικού παρεγχύματος και χαρακτηριστικά του πνευμονικού αγγειακού δικτύου.

Η αξονική πνευμονική αγγειογραφία χρησιμοποιείται όταν χρειάζεται λεπτομερής απεικόνιση των πνευμονικών αρτηριών, ιδιαίτερα στη διερεύνηση της χρόνιας θρομβοεμβολικής νόσου.

Η μαγνητική τομογραφία καρδιάς μπορεί να συμβάλει στην ακριβέστερη αξιολόγηση του όγκου, της λειτουργίας και της μορφολογίας της δεξιάς κοιλίας.

Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να χρειαστεί εξειδικευμένη πνευμονική αγγειογραφία για τον σχεδιασμό επεμβατικής θεραπείας.

Δεξιός καρδιακός καθετηριασμός

Ο δεξιός καρδιακός καθετηριασμός αποτελεί την εξέταση αναφοράς για την αιμοδυναμική διάγνωση και ταξινόμηση της πνευμονικής υπέρτασης.

Κατά την εξέταση μετρώνται, μεταξύ άλλων:

  • Η μέση πίεση της πνευμονικής αρτηρίας (mPAP).
  • Η πίεση ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας (PAWP).
  • Η καρδιακή παροχή.
  • Οι πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις (PVR).

Οι μετρήσεις επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ προτριχοειδικής και μετατριχοειδικής πνευμονικής υπέρτασης.

Όταν υπάρχει κατάλληλη ένδειξη, η εξέταση πραγματοποιείται σε εξειδικευμένο κέντρο, ώστε τα αποτελέσματα να ερμηνεύονται σωστά και να καθοδηγούν τις θεραπευτικές αποφάσεις.

Πότε χρειάζεται παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο πνευμονικής υπέρτασης;

Η παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο είναι σημαντική όταν υπάρχει αυξημένη κλινική υποψία πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (PAH) ή χρόνιας θρομβοεμβολικής πνευμονικής υπέρτασης (CTEPH).

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν συνυπάρχουν:

  • Προοδευτική και ανεξήγητη δύσπνοια.
  • Υπερηχοκαρδιογραφικά σημεία σημαντικής επιβάρυνσης της δεξιάς κοιλίας.
  • Συγκοπτικά επεισόδια, ιδιαίτερα κατά την προσπάθεια.
  • Ταχεία επιδείνωση της λειτουργικής ικανότητας.
  • Σημεία δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας.

Σε ασθενείς με προειδοποιητικά σημεία, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται επειγόντως, χωρίς περιττή καθυστέρηση για την ολοκλήρωση όλων των εξετάσεων.

Η διεπιστημονική συνεργασία καρδιολόγων, πνευμονολόγων και άλλων ειδικών συμβάλλει στη σωστή ταξινόμηση και στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Λειτουργική ταξινόμηση της πνευμονικής υπέρτασης (WHO-FC)

Η λειτουργική ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO Functional Class) περιγράφει πόσο περιορίζει η πνευμονική υπέρταση τις καθημερινές δραστηριότητες.

Χρησιμοποιούνται τέσσερις λειτουργικές κατηγορίες:

  • WHO-FC I: Δεν υπάρχει περιορισμός της συνήθους σωματικής δραστηριότητας εξαιτίας της πνευμονικής υπέρτασης.
  • WHO-FC II: Υπάρχει ήπιος περιορισμός. Ο ασθενής είναι άνετος στην ηρεμία, αλλά η συνηθισμένη δραστηριότητα προκαλεί συμπτώματα.
  • WHO-FC III: Υπάρχει σημαντικός περιορισμός. Ακόμη και δραστηριότητα μικρότερη από τη συνηθισμένη προκαλεί δύσπνοια, κόπωση ή άλλα συμπτώματα.
  • WHO-FC IV: Ο ασθενής δεν μπορεί να πραγματοποιήσει σωματική δραστηριότητα χωρίς συμπτώματα. Μπορεί να παρουσιάζει δύσπνοια στην ηρεμία ή σημεία δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας.

Η λειτουργική κατηγορία αποτελεί σημαντικό στοιχείο της αξιολόγησης, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για την εκτίμηση της πρόγνωσης.

Στην πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, η συνολική εκτίμηση κινδύνου περιλαμβάνει επιπλέον τη λειτουργία της δεξιάς κοιλίας, την απόσταση στην εξάλεπτη βάδιση, τους βιοδείκτες BNP ή NT-proBNP και, όπου ενδείκνυται, αιμοδυναμικές παραμέτρους.

Πώς αντιμετωπίζεται η πνευμονική υπέρταση;

Η θεραπεία της πνευμονικής υπέρτασης εξαρτάται από την αιτία, τη βαρύτητα της νόσου και την κατάσταση της δεξιάς κοιλίας.

Δεν υπάρχει μία θεραπεία κατάλληλη για όλους τους ασθενείς. Οι διαφορετικές κλινικές ομάδες απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση.

Θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (Ομάδα 1)

Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (PAH) μπορεί να αντιμετωπιστεί με εξειδικευμένα φάρμακα που δρουν σε διαφορετικούς μηχανισμούς της νόσου.

Οι βασικές θεραπευτικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:

  • Ανταγωνιστές υποδοχέων ενδοθηλίνης (ERA): Όπως η bosentan, η ambrisentan και η macitentan.
  • Αναστολείς φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5): Όπως η sildenafil και η tadalafil.
  • Διεγέρτες διαλυτής γουανυλικής κυκλάσης: Όπως η riociguat, σε κατάλληλες ενδείξεις.
  • Φάρμακα της οδού της προστακυκλίνης: Όπως η epoprostenol, η treprostinil, η iloprost και η selexipag.
  • Νεότερες στοχευμένες θεραπείες: Η sotatercept (Winrevair) δρα στην οδό σηματοδότησης της ακτιβίνης και χρησιμοποιείται σε επιλεγμένους ενήλικους ασθενείς με PAH, σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες, υπό εξειδικευμένη παρακολούθηση.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες διεθνείς συστάσεις, πολλοί ασθενείς με PAH χρειάζονται συνδυασμένη θεραπεία, συχνά από τα αρχικά στάδια, με τακτική επανεκτίμηση της ανταπόκρισης.

Η επιλογή φαρμάκων, οι συνδυασμοί και η εντατικοποίηση της αγωγής καθορίζονται από εξειδικευμένο κέντρο.

Πότε χρησιμοποιούνται ανταγωνιστές ασβεστίου;

Οι υψηλές δόσεις ανταγωνιστών ασβεστίου δεν αποτελούν θεραπεία για όλους τους ασθενείς με πνευμονική υπέρταση.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μια μικρή, επιλεγμένη ομάδα ασθενών με ιδιοπαθή, κληρονομική ή σχετιζόμενη με φάρμακα πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, όταν έχει τεκμηριωθεί κατάλληλη θετική ανταπόκριση στη δοκιμασία οξείας αγγειοδραστικότητας κατά τον δεξιό καρδιακό καθετηριασμό.

Θεραπεία πνευμονικής υπέρτασης λόγω αριστερής καρδιοπάθειας (Ομάδα 2)

Όταν η πνευμονική υπέρταση οφείλεται σε καρδιακή ανεπάρκεια ή βαλβιδοπάθεια, η αντιμετώπιση επικεντρώνεται στην υποκείμενη καρδιοπάθεια.

Μπορεί να περιλαμβάνει θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας, ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, χρήση διουρητικών όταν υπάρχει συμφόρηση και αντιμετώπιση σημαντικών βαλβιδοπαθειών.

Τα ειδικά φάρμακα της PAH δεν συνιστώνται γενικά για την πνευμονική υπέρταση λόγω αριστερής καρδιοπάθειας.

Θεραπεία πνευμονικής υπέρτασης λόγω πνευμονοπάθειας (Ομάδα 3)

Η αντιμετώπιση βασίζεται στη θεραπεία της υποκείμενης πνευμονοπάθειας, στην κατάλληλη οξυγονοθεραπεία όταν ενδείκνυται και στην εξατομικευμένη αναπνευστική αποκατάσταση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρής πνευμονικής υπέρτασης απαιτείται αξιολόγηση σε εξειδικευμένο κέντρο, καθώς οι ειδικές αγγειοδραστικές θεραπείες δεν είναι κατάλληλες για όλους τους ασθενείς.

Θεραπεία χρόνιας θρομβοεμβολικής πνευμονικής υπέρτασης (Ομάδα 4)

Η χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση (CTEPH) έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή διαθέτει εξειδικευμένες θεραπευτικές επιλογές.

Ανάλογα με την ανατομία των βλαβών και την κλινική κατάσταση, μπορεί να εφαρμοστούν:

  • Πνευμονική ενδαρτηρεκτομή: Χειρουργική αφαίρεση του οργανωμένου θρομβοεμβολικού υλικού.
  • Αγγειοπλαστική πνευμονικών αρτηριών με μπαλόνι (BPA): Επεμβατική τεχνική σε κατάλληλους ασθενείς.
  • Εξειδικευμένη φαρμακευτική αγωγή: Όπως η riociguat, όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη.

Οι ασθενείς με CTEPH χρειάζονται θεραπευτική αντιπηκτική αγωγή μακράς διάρκειας, κατά κανόνα εφ’ όρου ζωής, εκτός εάν υπάρχει ειδική αντένδειξη που απαιτεί εξατομικευμένη αντιμετώπιση.

Υποστηρικτική θεραπεία και καθημερινή ζωή

Η συνολική φροντίδα μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Διουρητικά όταν υπάρχει κατακράτηση υγρών και δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Οξυγονοθεραπεία όταν πληρούνται τα κατάλληλα κριτήρια υποξαιμίας.
  • Αντιμετώπιση σιδηροπενίας και άλλων συνοδών προβλημάτων.
  • Εμβολιασμό και πρόληψη αναπνευστικών λοιμώξεων.
  • Εξατομικευμένη σωματική δραστηριότητα και επιβλεπόμενη αποκατάσταση, όταν ο ασθενής είναι κλινικά σταθερός.
  • Τακτική αξιολόγηση σε εξειδικευμένο κέντρο.

Οι ασθενείς με σημαντική πνευμονική αρτηριακή υπέρταση χρειάζονται επίσης εξειδικευμένη συμβουλευτική για την εγκυμοσύνη, λόγω του υψηλού μητρικού κινδύνου. Οι επιλογές αντισύλληψης και οικογενειακού προγραμματισμού συζητούνται εξατομικευμένα.

Η χειρουργική στείρωση δεν αποτελεί γενική ή υποχρεωτική σύσταση.

Υπάρχει χειρουργική θεραπεία για την πνευμονική υπέρταση;

Η χειρουργική αντιμετώπιση εξαρτάται από τον τύπο της πνευμονικής υπέρτασης.

Η πνευμονική ενδαρτηρεκτομή αποτελεί σημαντική θεραπευτική επιλογή για την CTEPH.

Σε επιλεγμένους ασθενείς με προχωρημένη PAH, παρά τη βέλτιστη θεραπεία, μπορεί να χρειαστεί αξιολόγηση για μεταμόσχευση πνευμόνων.

Άλλες εξειδικευμένες επεμβάσεις εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και μετά από αξιολόγηση της κατάλληλης θεραπευτικής ομάδας.

Συμπέρασμα: Μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η πνευμονική υπέρταση;

Η πνευμονική υπέρταση είναι μια σοβαρή αλλά ετερογενής κατάσταση. Η πρόγνωση και η θεραπεία εξαρτώνται από την υποκείμενη αιτία, την επιβάρυνση της δεξιάς κοιλίας και την ανταπόκριση στην αγωγή.

Η έγκαιρη διάγνωση, η σωστή ταξινόμηση και η εξατομικευμένη αντιμετώπιση μπορούν να βελτιώσουν τα συμπτώματα, τη λειτουργική ικανότητα και, σε συγκεκριμένες μορφές της νόσου, τη μακροχρόνια έκβαση.

Σημαντικό: Η ανεξήγητη προοδευτική δύσπνοια, η λιποθυμία κατά την προσπάθεια και τα σημεία δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας χρειάζονται έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση. Σε περίπτωση σοβαρής δύσπνοιας, λιποθυμίας ή έντονου θωρακικού πόνου, καλέστε το 166 ή το 112.

Σύγχρονες επιστημονικές πηγές

Τελευταία ιατρική επικαιροποίηση: 18 Οκτωβρίου 2026.

Table of Contents

Dr. Ilham Kaffa - Καρδιολόγος στο κέντρο της Αθήνας

Σχετικά με την Dr. Ilham Kaffa

Dr. Ilham Kaffa
Καρδιολόγος στο κέντρο της Αθήνας, στην περιοχή Εξάρχεια – Πλατεία Κάνιγγος.

Η Dr. Kaffa πραγματοποιεί καρδιολογική εξέταση, ΗΚΓ, Triplex καρδιάς, Holter ρυθμού, Holter πίεσης, προεγχειρητικό και προαθλητικό καρδιολογικό έλεγχο.

Εξυπηρετεί ασθενείς στα Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Αραβικά και Ρωσικά.

Ιατρείο:
Τζωρτζ 20-22, Αθήνα 10682
Εξάρχεια – Πλατεία Κάνιγγος, Κέντρο Αθήνας

Τηλέφωνο: 210 921 0423
Κινητό: 698 007 7904

Καρδιολόγος Εξάρχεια – Κέντρο Αθήνας Κλείστε Ραντεβού

Send this to a friend